Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2010

ΤΟ ΚΤΗΝΟΣ ΣΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Η ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΑΡΜΕΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

ΤΟ ΚΤΗΝΟΣ ΣΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ του ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΚΑΛΙΝΟΣΚΙ

Στις 10 Οκτωβρίου υπογράφτηκε την τελευταία στιγμή στη Γενεύη από τους Υπουργούς Εξωτερικών της Αρμενίας Έντουαρντ Ναλπαντιάν και της Τουρκίας Αχμέντ Νταβούντογλου, πρωτόκολλο εξομάλυνσης στις σχέσεις των δύο χωρών.
Και λέμε τελευταία στιγμή γιατί η υπογραφή επιτεύχθηκε μετά τις έντονες πιέσεις της Υπουργού Εξωτερικών των Η.Π.Α. Χίλαρι Κλίντον προς την Αρμενική πλευρά, λόγω του ότι η τελευταία ήθελε με την υπογραφή της συμφωνίας στο λόγο της να αναφερθεί στην γενοκτονία των Αρμενίων. Η αντίδραση του Νταβούντογλου ήταν έντονη και απείλησε να οδηγήσει σε ναυάγιο την όλη συνάντηση. Και ήταν αυτή η παρέμβαση που οδήγησε τους Αρμενίους, κακήν κακώς, στην αποδοχή της συγκεκριμένης συμφωνίας. Όποιοι θυμούνται την αναμνηστική ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ της συνάντησης, εύκολα θα φέρουν στο μυαλό τους το συμβατικό, ταπεινωμένο χαμόγελο του Ναπαλντιάν σε αντίθεση με το θριαμβευτικό της Κλίντον και του Νταβούντογλου. Ο θρίαμβός τους έχει να κάνει με την σταθερή εδραίωση των γεωστρατηγικών σχεδιασμών της υπερδύναμης στην περιοχή (βλέπε αγωγούς πετρελαίου και φυσικού αερίου) αλλά και την σταδιακή επικράτηση των νεοθωμανικών επιδιώξεων.



Με τα παραπάνω δεδομένα το έργο του Ρίτσαρντ Καλινόσκι ΤΟ ΚΤΗΝΟΣ ΣΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ δεν θα μπορούσε να βρει ευνοϊκότερη συγκυρία στο ανέβασμά του. Παιγμένο για πρώτη φορά πριν από δέκα χρόνια, την περίοδο 1999 – 2000 με τους ίδιους βασικούς συντελεστές, επαναφέρει στο προσκήνιο μια άποψη που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Γραμμένο το 1995 από τον Αμερικανοπολωνό συγγραφέα, διαπραγματεύεται τη ζωή ενός ζευγαριού Αρμένιων στην Αμερική τη δεκαετία του 1920. Και εδώ αξίζει να ασχοληθούμε με τις προθέσεις του συγγραφέα. Οικονομικός μετανάστης ο ίδιος επιλέγει να ασχοληθεί με το συγκεκριμένο θέμα ίσως λόγω της επί 10 χρόνια Αμερικανοαρμένιας συζύγου του, ίσως λόγω της φιλίας του με τον ψυχίατρο Τζακ Τσελεβιάν. Όμως η ιδιότητα του οικονομικού μετανάστη απέχει σημαντικά από την ιδιότητα του πολιτικού πρόσφυγα. Στο έργο του αναδεικνύονται άκρως ικανοποιητικά οι πολιτιστικές πτυχές τόσο της συγκεκριμένης κοινότητας όσο και τα ήθη της χρονικής περιόδου που περιγράφει. Θα μπορούσε μάλιστα να είναι μια εξαίσια μονογραφία για το θέμα του συνοικεσίου. Χρησιμοποιώντας αριστοτεχνικά το εύρημα της φωτογραφίας, το αναδεικνύει ως τον βασικό κορμό που πάνω του στηρίζεται η φυσική και ψυχική διαδρομή των ηρώων. Ο ήρωας Αράμ είναι ο ίδιος φωτογράφος, έχει κουβαλήσει από την Αρμενία μία οικογενειακή φωτογραφία πάνω στην οποία δομεί το μέλλον του και με το επάγγελμά του έρχεται σε επαφή με άλλες οικογένειες μέσω των οποίων ζει την ζωή που δεν έχει. Η ίδια η γνωριμία με τη νεοφερμένη από την Αρμενία γυναίκα του γίνεται στη βάση μιας σταλμένης σε αυτόν φωτογραφίας επίσης, κάτι το οποίο μας φέρνει βέβαια στο νου τις Νύφες του Παντελή Βούλγαρη.
Δεν είναι τυχαίο ότι το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαδραματίζεται η υπόθεση είναι η Αμερική. Αυτό το λέμε γιατί η συγκεκριμένη κοινωνία έχει τη δυνατότητα να χωνεύει και να εξαφανίζει οποιαδήποτε αναφορά έχει να κάνει με την καταγωγή των ανθρώπων που την κατοικούν. Γι’ αυτό άλλωστε και η Ελληνοαμερικανική κοινότητα (ή μήπως Αμερικανοελληνική;) είναι η πλέον αδύναμη από τις απόδημες κοινότητες της διασποράς. Είναι αυτή η κοινότητα που, δυστυχώς, αν και έχει την μεγαλύτερη οικονομική δύναμη, εντούτοις συμβάλλει ελάχιστα έως μηδενικά σε σχέση με τις υπόλοιπες, στα εθνικά θέματα.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το πρόγραμμα της παράστασης
«Η Αμερική είναι το χωνευτήρι του Θεού, το μεγάλο χωνευτήρι όπου όλες οι φυλές της Ευρώπης λιώνουν και ξαναμορφοποιούνται!»( Από το θεατρικό έργο του Israli Zangwill, The Melting Pot.).
Και αλλού για τη σιωπή των (Αμερικανών) Αρμενίων:
Υπάρχουν ίσως τρία εντυπωσιακά χαρακτηριστικά της αρμενικής διασποράς στις ΗΠΑ – η σχετική δημόσια σιωπή της κοινότητας έως τα μέσα της δεκαετίας του 1970, ο περισσότερο δημόσιος ρόλος που παίζει από τότε και η ανάπτυξη ενός ισχυρού συνόλου εσωτερικών κοινωνικών και πολιτιστικών οργανώσεων.
Αναφέρουμε χαρακτηριστικά ότι οι διαμαρτυρίες για τη συμφωνία της Γενεύης ήταν ελαχιστότατες στην Αμερική, όπου σημειωτέον βρίσκεται και η ισχυρότερη εκτός Αρμενίας κοινότητα (500 έως 600 χιλιάδες σε σύνολο 2.500.000 ανά τον κόσμο), σε αντίθεση με τις έντονες διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες της Αρμενικής κοινότητας του Λιβάνου η οποία αριθμεί περίπου 150.000 άτομα ή το 4% περίπου του πληθυσμού.
Και σε αυτό ακριβώς το σημείο έγκειται η βασική αδυναμία του έργου. Γραμμένο από έναν Αμερικανοπολωνό προσπαθεί να περιγράψει τις μύχιες επιλογές των Αρμενίων, με δεδομένη την δικιά του ιστορική ταυτότητα στην οποία όμως δεν περιλαμβάνονται ούτε η γενοκτονία των Ελλήνων από τους νεότουρκους στα 1913-1914 και το 1922, ούτε η γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού στα 1916-1922, πόσο μάλλον η γενοκτονία των Αρμενίων το 1915-1916. Όπως ο ίδιος παραδέχεται «Βασικό μου μέλημα δεν είναι να κάνω τους πάντες να κατανοήσουν την ιστορία του αρμενικού Ολοκαυτώματος. Για μένα, είναι απλώς το προσωπικό δράμα του Αράμ. Γι’ αυτό καθώς δεν προσπαθώ με το έργο αυτό να εκπροσωπήσω όλους του Αρμενίους, ενδεχομένως τελικά να συμβαίνει ακριβώς αυτό».
Στήνει λοιπόν ένα έργο στο οποίο, άσχετα αν σε κάποια μέρη του και κυρίως πριν το τέλος αναδεικνύει τα τραυματικά βιώματα των ηρώων του εξαιτίας των θηριωδιών των νεοτούρκων, επιλέγει να προτείνει τη λύτρωση της λησμονιάς από το χρέος της μνήμης. Δεν χρειάζεται όμως να αναφέρουμε το σχετικό απόφθεγμα του Κούντερα.
Ο ήρωάς του ο Αράμ είναι ένας κλειστός ίσως και άνευρος τύπος, όπου ως μικροαστός επιλέγει να αποκαταστήσει τη ζωή του με το να προσπαθεί να αντικαταστήσει την πατρογονική φωτογραφία που κουβαλάει, τοποθετώντας τα πρόσωπα της υπό κατασκευήν οικογένειας πάνω στα κομμένα κεφάλια της φωτογραφίας αυτής. Δεν προσπαθεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη, επιλέγει να την αντικαταστήσει με μια νέα πραγματικότητα. Όταν λοιπόν κατορθώσει να αντικαταστήσει όλα τα μέλη της παλιάς φωτογραφίας θα έχει ξεκαθαρίσει/εξαφανίσει και το χρέος του με το παρελθόν και την παράδοση.
Η Σέτα, η νεοφερμένη νύφη από την πατρίδα, έχοντας βιώσει τις δολοφονίες και τους βιασμούς μέσα στην ίδια της την οικογένεια, το έχει ξεκαθαρίσει σχεδόν από την αρχή. Επιλέγει να ξεχάσει γιατί η τραυματική αυτή μνήμη την καταρρακώνει. Όμως η μνήμη που δεν έχει βιωθεί και αναλυθεί ολοκληρωτικά, οδηγεί σε πολιτιστικό και κοινωνικό ακρωτηριασμό.
Με όλα τα πιο πάνω δεδομένα, οι δύο πολύ καλοί ηθοποιοί Τάρλοου και Κουλίεβα, αδυνατούν να αναδείξουν το τραγικό στοιχείο αυτής της ιστορίας γιατί ακριβώς αυτό το τραγικό δεν «υφίσταται». Προσφέρουν μια «επαγγελματική» ερμηνεία σε κάποιους ρόλους οι οποίοι δεν έχουν εσωτερικές απαιτήσεις. Μόνο ο Τάρλοου καταφέρνει κάπως να περάσει την αποστασιοποίηση και ψυχρότητα του ρόλου που υποδύεται. Θα μας ενδιέφερε βέβαια να βλέπαμε την προ δεκαετίας πρόταση του Λιβαθηνού, μήπως η συγκεκριμένη είχε επιλέξει να δώσει μεγαλύτερο βάρος στο ζήτημα της μνήμης.
Σε αντίθεση με όλα τα προηγούμενα το κείμενο της παράστασης αποτελεί μια όαση (μνήμης) στη μέση μιας ερήμου (λησμονιάς). Στα περιεχόμενά του βρίσκει κανείς όχι μόνο το κείμενο του έργου αλλά και πλήθος κειμένων τα οποία αναφέρονται διεξοδικά στους διωγμούς των Αρμενίων από τους νεότουρκους, στην πολιτιστική ιδιαιτερότητα των Αρμενίων της Αμερικής, σε ένα αρκετά ενημερωμένο χρονολόγιο της παρουσίας τους αλλά και των ιστορικών γεγονότων της περιόδου από το 1618 έως το 1944.
Είναι από τις λίγες φορές που για την υπόθεση ενός θεατρικού έργου φεύγουμε περισσότερο ικανοποιημένοι από το πρόγραμμα παρά από το έργο αυτό καθεαυτό.

Σκηνοθεσία: Στ. Λιθαβηνός.
Ερμηνεύουν: Δ. Τάρλοου, Τ. Κουλίεβα, Γ. Μπινιάρης, Φ. Μοσχάτος, Ρ. Μπολώτας.
Μετάφραση: Δ. Τάρλοου
Σκην. – κοστ.: Ελ. Μανωλοπούλου.
Μουσική: Χ. Γιαζιτζιάν.
«ΠΟΡΕΙΑ»: Τρικόρφων 3-5 και 3ης Σεπτεμβρίου 69, Πλ. Βικτωρίας. Τηλ.:210-8210991

Δεν υπάρχουν σχόλια: