Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

Αφέντης και Δούλος του Λέοντος Τολστόι


Μια μετα-ταξική κατάθεση

Αφέντης και Δούλος του Λέοντος Τολστόι
(Από την Ρήξη Νοεμβρίου /φ. 138)

«περίεργο πράγμα η καρδιά. Όσο τη σπαταλάς τόσο περισσότερη έχεις»                                         Κώστας Μόντης

Ο Λέων Τολστόι θεωρείται ένας από τους κορυφαίους συγγραφείς της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Και σίγουρα ο εθνικός συγγραφέας της Ρωσίας.  Έζησε τα τελευταία χρόνια του τσαρικού καθεστώτος (1828 – 1910) και μέσα από το έργο του απέδωσε διεισδυτικά το κλίμα που επικρατούσε στη Ρωσία στα τέλη του 19ου αιώνα.

Αν και καταγόταν από πολύ εύπορη οικογένεια, εντούτοις το έργο του διαπερνά η αγάπη για τον απλό λαό, τους μουζίκους. Γι’ αυτό άλλωστε στα κείμενα του βρίσκει κανείς μία οξεία κριτική της εξαθλίωση της αγροτικής τάξης, της αδικίας των κοινωνικών δομών αλλά και της εξουσίας και του δεσποτικού τρόπου με τον οποίο ασκείται από την άρχουσα τάξη. Ήταν βαθιά θρησκευόμενος, με ένα θρησκευτικό αίσθημα έξω και πέρα από την επίσημη ρωσική εκκλησία η οποία δεν απέφυγε την κριτική του. Γι’ αυτό άλλωστε το 1901 η Ιερά Σύνοδος προχώρησε στον αφορισμό του. Στην ηλικία των 28 ετών μόλις,  αποποιείται της περιουσίας του και προχωρά στην χορήγηση ελευθερίας στους δουλοπάροικους του. Το έργο του χαρακτηρίζεται από μία πνευματικότητα και αν θα έπρεπε να βρούμε το αντίστοιχο του στα καθ’ ημάς, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ο Παπαδιαμάντης της Ρωσίας.


Το 1898 γράφει το  Αφέντης και Δούλος. Μια μικρή νουβέλα στην οποία περιγράφει τη σχέση ανάμεσα στον πλούσιο έμπορο Βασίλι Μπρεχουνόφ και τον μουζίκο Νικήτα. Οι δύο τους ξεκινούν ένα βράδυ του Δεκεμβρίου να πάνε σε ένα γειτονικό χωριό όπου ο έμπορος θέλει να κλείσει μια άκρως συμφέρουσα οικονομική συναλλαγή.  Βασική λεπτομέρεια του τρόπου με τον οποίο μεταχειρίζονταν  οι πλούσιοι έμποροι τους μουζίκους, είναι ότι το χειμωνιάτικο αυτό βράδυ, με μια χιονοθύελλα να μαίνεται, ο μουζίκος ζεύεται ο ίδιος σαν άλογο το κάρο του αφέντη. Ακολουθεί ένα ταξίδι μέσα σε ακραίες καιρικές συνθήκες το οποίο θα οδηγήσει τους δύο ήρωες μας στα πρόθυρα του θανάτου. Το ταξίδι όμως αυτό ταυτόχρονα είναι και ένα ταξίδι αυτογνωσίας του αφέντη μέσα από το οποίο θα συνειδητοποιήσει το πολύτιμο της ζωής και τη ματαιότητα των υλικών αγαθών όπου σε μία κορύφωση αυτής της συνειδητοποίησης δεν θα διστάσει να υπερβεί τους κοινωνικούς και ταξικούς διαχωρισμούς (αρκετά έντονους στην τσαρική κοινωνία εκείνης της περιόδου) και να θυσιάσει την ίδια του τη ζωή για να σωθεί ο μουζίκος Νικήτας.


Η κλιμάκωση από τον ταξικό διαχωρισμό μέχρι την κοινωνική υπέρβαση, αργή αλλά σταθερή, καθηλώνει τον αναγνώστη μέχρι το σημείο που προκύπτει η λύτρωση.  Είναι αλήθεια βέβαια ότι η εν μία νυκτί συνειδητοποίηση του Μπρεχουνόφ προσέκρουσε στη δυσπιστία των κριτικών της εποχής. Όμως αυτή ακριβώς η υπέρβαση ως προσωπική διαδικασία, η ανάγκη για κάθαρση του Εαυτού, συναντάται σε πολλά άλλα έργα της λογοτεχνίας. Είναι αυτή η συνειδητοποίηση που βρίσκει κανείς σε έργα ταξικού προσανατολισμού και όπου εκεί βέβαια δεν βρίσκει κανείς τις ίδιες αντιρρήσεις όπως π.χ. ο ηρωισμός (που πληρώνεται με την ίδια του τη ζωή) του μαυραγορίτη στο μπλόκο της Κοκκινιάς, τη γνωστή ταινία του Άδωνι Κύρου).

Ο Νανούρης, ως σκηνοθέτης της παράστασης, δείχνει ότι έχει συνειδητοποιήσει πλήρως το βαρύ φορτίο που  κουβαλά αυτή η μικρή νουβέλα.  Ακόμη περισσότερο δείχνει να εμπνέεται και να καθοδηγείται από το κείμενο του Τολστόι. Έτσι μας οδηγεί σε μια παράσταση όπου κυριαρχεί το στοιχεία που διαπερνά το έργο του Παπαδιαμάντη.  Αυτό επιτείνεται ακόμα περισσότερο τόσο από τη σκηνική πρότασή του όσο και από τις ερμηνείες των δύο ηθοποιών, γεγονός που οδηγεί στο αποτέλεσμα μιας άκρως εμπνευσμένης παράστασης. Καθόλου τυχαία μάλιστα. Ο Γιώργος Νανούρης έχει αποδείξει και από προηγούμενες παραστάσεις του (όπως π.χ. Η Κατερίνα) ότι αποτελεί ένα από τα ελπιδοφόρα κεφάλαια της θεατρικής σκηνής του τόπου μας. 

Την εξαίσια παράσταση έρχονται να συμπληρώσουν οι άριστες ερμηνείες του Δημήτρη Λιγνάδη (ως αφέντη) και του Γιώργου Νανούρη (ως ηθοποιού αυτή τη φορά στο ρόλο του δούλου).

Ο μεν Λιγνάδης αποδεικνύει ότι έχει τη στόφα του μεγάλου ηθοποιού (ειδικά σε τέτοια κείμενα) με το ηχόχρωμα της φωνής του να το βοηθά στην απογείωση του ρόλου.

Ο δε Νανούρης αποδίδει πλήρως τον υποταγμένο και παραιτημένο μουζίκο, τον άνθρωπο που, έρμαιο των ταξικών και κοινωνικών ανισοτήτων, αγόγγυστα υπομένει τα πάντα με μοναδικό σκοπό την επιβίωση του σε ένα άγριο περιβάλλον. 

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να κάνουμε στους φωτισμούς του Χρήστου Τζιόγκα αλλά και στη μουσική του Λόλεκ χωρίς βέβαια να υστερούν τα σκηνικά και τα κοστούμια της Μαίρης Τσαγκάρη αλλά κυρίως η εικαστική σύλληψη και η επιμέλεια του όλου εγχειρήματος (εμπνευσμένη κυριολεκτικά) του Γιώργου Νανούρη. 

Ένα διαμάντι της τρέχουσας θεατρικής περιόδου που αξίζει να επαναληφθεί το ανέβασμά του.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Δραματοποιημένη Νουβέλα του Λέοντος Τολστόι  Διάρκεια : 70 '

Σκηνοθεσία-διασκευή: Γ. Νανούρης

Ερμηνεύουν: Δ. Λιγνάδης, Γ. Νανούρης. Μουσική: Λόλεκ. Σκηνικά-κοστούμια: Μ. Τσαγκάρη. Φωτισμοί: Χρ. Τζιόγκας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: