Σάββατο 12 Ιουνίου 2010

ΤΟ ΤΑΒΛΙ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΕΧΑΪΔΗ

ΣΤΙΣ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΣΙΤΙΣΜΟΥ

ΤΟ ΤΑΒΛΙ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΕΧΑΪΔΗ

Το τάβλι θεωρείται, δικαίως κατά τη γνώμη μας, ένα από τα κορυφαία κείμενα του νεοελληνικού θεάτρου, αν όχι το σημαντικότερο. Αν θα μπορούσαμε να κάνουμε μία σύγκριση θα λέγαμε ότι παίζει για το θέατρο αυτό τον ρόλο που παίζει και η ταινία «Ο Δράκος» του Νίκου Κούνδουρου για τον κινηματογράφο. Γραμμένος (Ο Δράκος) το 1956 αποτελεί μια αρκετά καίρια ηθογραφία της Ελλάδας που βγαίνει ρημαγμένη από τον Εμφύλιο Πόλεμο. Μιας Ελλάδας αποδομημένης σε οικονομικό, κοινωνικό αλλά και πολιτιστικό επίπεδο. Στην ταινία αυτή περιγράφεται μέσα από την προσέγγιση του κόσμου του περιθωρίου η αγωνιώδης προσπάθεια μιας κοινωνίας να σταθεί στα πόδια της, έχοντας αναφορά στην μέχρι τότε παράδοση αλλά ταυτόχρονα και μια ικανότητα να την ξεπουλήσει στην πρώτη ευκαιρία.

Στο έργο του Δ. Κεχαϊδη, γραμμένο το 1972, μεταφερόμαστε 10-15 χρόνια αργότερα. Το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαδραματίζεται το έργο είναι λίγο – πολύ παρόμοιο. Το σκηνικό είναι μια αυλή με τα γειτονικά οικόπεδα να έχουν ήδη παραδοθεί στην λογική της αντιπαροχής και η οποία φιλοξενεί τους δύο ήρωες του μονόπρακτου.
Από τη μια είναι ο λαχειοπώλης Κόλλιας με αμφισβητούμενες αντιστασιακές περγαμηνές, ο οποίος συμβολίζει την Ελλάδα του χτες, την Ελλάδα η οποία επιβίωσε της κατοχής και του Εμφυλίου.
Από την άλλη έχουμε τον Φώντα, άνεργο ή πιο σωστά κατ’ επιλογή άεργο, ο οποίος συμβολίζει την Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και ο οποίος ονειρεύεται την επόμενη κομπίνα η οποία και ευελπιστεί ότι θα τον σώσει.
Έξω από κάθε παραγωγική διαδικασία ή διάθεση δημιουργίας, καταναλώνουν τον ελεύθερο χρόνο τους πάνω από ένα τάβλι κατά τη διάρκεια του οποίου ξεδιπλώνεται η ηθογραφία της εποχής.
Όσο και αν οι δύο αυτοί πρωταγωνιστές δεν είναι οι γνήσιοι αντιπρόσωποι της Ελλάδας του μόχθου, εντούτοις ήδη από τότε βλέπουμε τα χαρακτηριστικά τα οποία θα αρχίσουν να αναδύονται πολύ πιο έντονα τη δεκαετία του ΄80 ώσπου από το ΄93 και ύστερα, επί πρωθυπουργίας Σημίτη, θα φτάσουν να κυριαρχούν και να χαρακτηρίζουν με τραγικό τρόπο πλέον, την ελληνική πραγματικότητα. Είναι αυτά τα χαρακτηριστικά το οποία θα μορφοποιηθούν στην κυρίαρχη ιδεολογία του παρασιτισμού ως οικονομικού τρόπου ανάπτυξης, ως κοινωνικού τρόπου συμπεριφοράς, ως πολιτιστικού τρόπου δημιουργίας. Τα καταστροφικά αποτελέσματα της ιδεολογίας του παρασιτισμού είναι αυτά τα οποία βιώνουμε στις μέρες μας.
Οι δύο ήρωες μας λοιπόν, καθ΄όλη τη διάρκεια του μονόπρακτου, συζητούν για την κομπίνα που πρόκειται να στήσουν, πως δηλαδή θα φάνε το απαραίτητο ποσόν το οποίο θα χρησιμεύσει ως «κεφάλαιο κίνησης» για τη μεγάλη δουλειά που θέλουν να στήσουν. Για την επιτυχία αυτής της κομπίνας δεν διστάζουν να σπρώξουν την Καλλιόπη, γυναίκα του ενός, αδελφή του άλλου, στην αγκαλιά του ηλικιωμένου Συμεωνίδη με σκοπό να του αποσπάσουν τις 50.000 δρχ. που χρειάζονται. Η οξυδέρκεια του Κεχαϊδη όμως δεν εξαντλείται στην κομμάτι-κομμάτι ανάλυση και προσέγγιση της εποχής. Απογειώνεται τη στιγμή που αρχίζει να περιγράφει αυτό το μεγάλο κόλπο. Το αρχικό κεφάλαιο θα χρησιμεύσει για ένα ταξίδι στην Αφρική όπου το πλοίο το οποίο θα τους μεταφέρει θα γεμίσει από «νέγρους». «Νέγρους» τους οποίους τα δύο «αετόπουλα» σκοπεύουν να φέρουν στην Ελλάδα για να τους νοικιάσουν εν είδη σύγχρονου σκλαβοπάζαρου. Για ένα κομμάτι ψωμί και μερικά ρούχα σκοπεύουν να τους διασκορπίσουν σε όλο τον ελλαδικό χώρο, μιας και όπως λένε, οι αγροτικές καλλιέργειες δεν βρίσκουν σιγά-σιγά Έλληνες να ασχολούνται με αυτές, οι δουλειές στα σπίτια (καθάρισμα, περιποίηση) είναι ανοιχτή αγορά, ενώ στα σχέδιά τους περιλαμβάνονται και η εργασία σε εργοστάσια αλλά και το διαμοίρασμά τους ακόμη και στα νησιά. Ήδη από το 1972 λοιπόν βλέπουμε το μέλλον της οικονομικής ανάπτυξης του τόπου μας.
Έχοντας αρνηθεί μια δυναμική παραγωγική διαδικασία, βασικό μέρος της οποίας θα ήταν η σύνδεση με την τοπική πραγματικότητα της Ελλάδας αλλά και ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός της, έχει επιλεχθεί ο εύκολος δρόμος. Η μαζική μετανάστευση, νόμιμη ή παράνομη, είναι αυτή η οποία θα οδηγήσει στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου της χώρας μας. Από την άλλη όμως αυτή θα στηρίζεται στη στυγνή εκμετάλλευση των μεταναστών, η μαζική εισροή των οποίων θα αποδυναμώσει έως σημείου εξαφάνισης το εργατικό κίνημα στη χώρα μας και η οποία θα οδηγήσει το συλλογικό υποκείμενο της πατρίδας μας στην υιοθέτηση του παρασιτισμού. Πλέον έχοντας λύσει «το παραγωγικό ζήτημα» θα μπορεί να στραφεί άνετα στη λογική του φραπέ, του τζιπ των 3.300 κυβικών, στην διαβίωση με δάνεια από κάρτες και τράπεζες, στην επιθυμία για αέναη κατανάλωση. Μέχρι τις εκλογές του 2009 όπου το πάρτι τελειώνει και το Δ.Ν.Τ. έρχεται.
Κανένα άλλο θεατρικό κείμενο της σύγχρονης νεοελληνικής δραματουργίας, δεν έχει λειτουργήσει τόσο καίρια όσο και προφητικά. Πάνω από μια παρτίδα τάβλι, το εθνικό σπορ των αργόσχολων και παρατημένων, στήνεται μια απίστευτα εύστοχη ηθογραφία μιας κοινωνίας η οποία βαδίζει στο πουθενά.
Ο Άρης Ρέτσος δεν είναι κάποιος τυχαίος στο χώρο. Στα πρώτα χρόνια της σταδιοδρομίας του, έχει περάσει ως ηθοποιός από πολύ σημαντικά έργα. Η διαδρομή του αυτή έχει επισημανθεί για τη σοβαρότητα η οποία την χαρακτηρίζει. Κάνοντας τη στροφή του στο θέατρο, αποφασίζει να ασχοληθεί με έργα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Η στροφή του αυτή χαρακτηρίζεται από την ιδιαίτερα εύστοχη ματιά του αλλά και τη διάθεσή του να πειραματιστεί με τα κείμενα αυτά τις περισσότερες φορές μάλιστα με ιδιαίτερη επιτυχία. Και είναι η επιτυχία αυτή η οποία του έχει φέρει την αναγνώριση στο χώρο.
Στην Ελλάδα του 2010, το Τάβλι αποτελεί μια ιδιαίτερη ευκαιρία για σχόλια και κριτική πάνω στην πορεία την οποία έχει κρατήσει η χώρα μας τα τελευταία 30 χρόνια. Δεν μπορούμε να φανταστούμε άλλο έργο πιο επίκαιρο από αυτό στην οικονομική συγκυρία στην οποία βρισκόμαστε. Αντί όμως να προσπαθήσει να επικαιροποιήσει το Τάβλι, ο Ρέτσος, επέλεξε ένα άλλο δρόμο. Ανέδειξε τους δύο ήρωες, όντας περιθωριακούς, όντας στο χώρο του υποπρολεταριάτου, ως πρόσωπα μαριονέτες, ως καρικατούρες. Πράγμα το οποίο δημιούργησε ένα διπλό πρόβλημα. Η επιλογή της μορφολογικής προσέγγισης, η προτεραιότητα της φόρμας δηλαδή, παρά την ιδιαίτερη εξπρεσιονιστική πρόταση της ερμηνείας, εξαντλεί το ενδιαφέρον της στα πρώτα 15 λεπτά. Το κυριότερο όμως είναι ότι η απόδοση των προσώπων με την άποψη του ανδρείκελου, οδηγεί τους θεατές σε μια πρόσληψη στην οποία κυριαρχεί το γραφικό. Οι δύο ήρωες βγάζουν γέλιο και ίσως μια ενδόμυχη συμπάθεια. Η λογική τους όμως είναι μια άκρως επικίνδυνη λογική, μια λογική η οποία σε βάθος χρόνου είναι αυτή η οποία θα οδηγήσει τη χώρα μας στα πρόθυρα της πτώχευσης και στην απώλεια της όποιας εθνικής κυριαρχίας ή οικονομικής αυτοτέλειας θα μπορούσε να διεκδικήσει. Και εξαιτίας αυτή της επικινδυνότητας θεωρούμε την προσέγγισή του άστοχη, λαθεμένη και παραπλανητική. Όσο και αν ο Ρέτσος ενδεχομένως να ήθελε να αποδομήσει τον Κόλια και τον Φώντα, μη πιστεύοντας ότι αποτελούν αντιπροσωπευτικά δείγματα της ελληνικής ψυχής, εντούτοις αποτυγχάνει να δει ή να αναδείξει την καταστροφική ιδεολογία την οποία πρεσβεύουν.
Παρ΄όλα αυτά ευελπιστούμε ότι μελλοντικά θα παρακολουθήσουμε τον Άρη Ρέτσο, σε καλύτερες στιγμές γιατί πιστεύουμε ότι οι δυνατότητές του δεν εξαντλούνται σε αυτό που παρακολουθήσαμε.
Οι δύο ηθοποιοί πατώντας στις οδηγίες του σκηνοθέτη προσφέρουν μια εξπρεσιονιστική ερμηνεία αρκετά καλή. Απουσιάζει όμως, εκ των πραγμάτων, η εσωτερική απόδοση των ρόλων που θα έκανε τους θεατές να φύγουν προβληματισμένοι.
Στα απολύτως αρνητικά της παράστασης είναι η ανυπαρξία προγράμματος, το κείμενο δηλ. το οποίο θα δινόταν σαν δεύτερη ευκαιρία, στον Ρέτσο, να εξηγήσει την προσέγγισή του. Αντ’ αυτού με 3 ευρώ προσφερόταν στους θεατές το αφισάκι της παράστασης, το διαφημιστικό τρίπτυχο και μια μυγοσκοτώστρα!
Με τη μυγοσκοτώστρα αυτή θα έπρεπε ενδεχομένως να περνάμε την ώρα μας κατά τη διάρκεια της παράστασης ή σε συμβολικό επίπεδο να προβληματιστούμε με τις κρίσιμες χαμένες δεκαετίες.
Ή θα έπρεπε να δώσουμε τον τίτλο της παράστασης ως «Η Παράσταση της Μυγοσκοτώστρας».
Πληροφορίες.
Το Τάβλι
Συγγραφέας: Δημήτρης Κεχαϊδης
Σκηνοθεσία: Άρης Ρέτσος
Ηθοποιοί: Βασίλης Νανάκης (Κόλιας), Γιάννης Παπαϊωάννου (Φώντας)
Σκηνικά-κοστούμια-φωτισμοί: Άρης Ρέτσος
Μουσική-sound design: Σπυρος Αραβοσιτάς
Βοηθός σκηνοθέτη: Γιώργος Σαπουντζόγλου

Δεν υπάρχουν σχόλια: