Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2011

ΗΡΑΚΛΗΣ ΜΑΙΝΟΜΕΝΟΣ σε σκηνοθεσία ΜΙΧΑΗΛ ΜΑΡΜΑΡΙΝΟΥ

Η ΕΠΑΝΑΚΑΜΨΗ ΤΗΣ ΑΦΗΓΗΣΗΣ
ΗΡΑΚΛΗΣ ΜΑΙΝΟΜΕΝΟΣ σε σκηνοθεσία ΜΙΧΑΗΛ ΜΑΡΜΑΡΙΝΟΥ

Η τραγωδία του Ευριπίδη ΗΡΑΚΛΗΣ ΜΑΙΝΟΜΕΝΟΣ τοποθετείται από μελετητές του έργου του στην όψιμη συγγραφική περίοδο του ποιητή. Συγκεκριμένα την τοποθετούν γύρω στο 415 π.Χ., στην τελευταία δεκαετία δηλαδή της ζωής του, τότε που ο ποιητής διέμενε στην αυλή του βασιλιά της Μακεδονίας Αρχέλαου. Γι’ αυτό ίσως χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερες αναφορές σε θέματα όπως είναι η νεότητα, η θρησκεία ή η μνεία στην πατρογονική εστία. Αρκετοί μάλιστα τη κατατάσσουν στα «πολιτικοπατριωτικά έργα» εξαιτίας των αναφορών αυτών. Στην υπόθεση του έργου ο Ηρακλής έχει κατέβει στον Άδη κατ’ εντολήν του Ευρυσθέα με σκοπό να φέρει στη γη τον φοβερό τρικέφαλο σκύλο, φύλακα Κέρβερο. Κατά τη διάρκεια της απουσίας του, η γυναίκα του Μεγάρα με τα τρία μικρά παιδιά τους ζουν στη Θήβα, με τον πατέρα της Κρέοντα να βασιλεύει στην πόλη. Ο Λύκος, ορμώμενος από την Εύβοια, σκοτώνει τον Κρέοντα και σφετερίζεται την εξουσία του. Έχοντας ξεγράψει τον Ηρακλή, αποφασίζει την εξόντωση της οικογένειας του ήρωα καθώς και του πατέρα του Αμφιτρύωνα, με σκοπό την εδραίωση της εξουσίας του. Το σχέδιό του προλαμβάνει η επιστροφή του Ηρακλή μετά τον δωδέκατο και τελευταίο άθλο του ο οποίος μάλιστα σκοτώνει τον Λύκο. Όμως η Ήρα, δηλωμένη εχθρός του Ηρακλή, τον ρίχνει σε καθεστώς μανίας κατά το οποίο ο ήρωας σκοτώνει γυναίκα και παιδιά. Είναι ο Θησέας, βασιλιάς της Αθήνας, ο οποίος θα εμφανιστεί και θα πάρει τον Ηρακλή μακριά από τον τόπο της τραγωδίας, σε μια διαδικασία εξαγνισμού μέσα από την αυτογνωσία και το μαρτύριο που αυτή κουβαλά.


Ο Ευριπίδης επιλέγει (όπως άλλωστε συνήθιζε αρκετές φορές να κάνει) την αντιστροφή του μύθου μιας και οι δώδεκα άθλοι ήταν η διαδικασία του εξαγνισμού του Ηρακλή για την εξολόθρευση της οικογένειάς του. Αντ’ αυτού ξεκινά την υπόθεση με την ολοκλήρωση του δωδέκατου άθλου, θέλοντας να τονίσει την τραγικότητα του ήρωα. Όντας γιός, για πρώτη φορά στην ιστορία ενός θεού και μιας θνητής, δοξασμένος από τα γένη των ανθρώπων, ανίκητος ήρωας, μέσα σε ένα βράδυ εξαιτίας της ένθεης μανίας της Ήρας, οδηγείται από την ευτυχία στην πλήρη καταρράκωση δείχνοντας με αυτό τον τρόπο τη ματαιότητα αλλά και το ευμετάβλητο της ανθρώπινης μοίρας. Εξίσου σημαντική είναι η αναφορά του Ευριπίδη στην αυθαιρεσία της εξουσίας καθώς και η ανάδειξη της κατοχής της Θήβας από ένα ξένο. Τέλος αξίζει να αναφέρουμε τις αναφορές στη νιότη την οποία ο ποιητής θεωρεί ανώτερη από τον πλούτο, καθώς επίσης τη νοσταλγική ανάδειξη της πατρίδας/γενέτειράς του Αθήνας καθώς τοποθετεί το βασιλιά της Θησέα ως αυτόν ο οποίος σώζει τον ήρωα των ανθρώπων.
Είναι η μόλις δεύτερη φορά που ανεβαίνει από το Εθνικό Θέατρο λόγω του ιδιαίτερου δραματουργικά περιεχομένου του. Ο Μαρμαρινός αναλαμβάνει το ρίσκο του ανεβάσματός του έχοντας τα πόδια στο αρχαίο κείμενο και τη ματιά στο σήμερα. Όπως και ο ίδιος αναφέρει «δεν υπάρχει η αρχαία ελληνική τραγωδία αν δεν την δεις σύγχρονα ….. είναι ένα μπουκάλι που πετάς στον ωκεανό το βρίσκει η κάθε εποχή και το αναγιγνώσκει». Αυτό όμως που κάνει τη παράσταση άκρως σημαντική είναι η επιλογή της Αφήγησης ως πρίσμα για την παρουσίασή της. Ήδη από την αρχή μας προϊδεάζει για το τι μέλλει γενέσθαι. Οι ηθοποιοί καταφθάνουν στο χώρο με ένα παλιό λεωφορείο του ΚΤΕΛ της δεκαετίας του ’50 ντυμένοι με τα αντίστοιχα για την εποχή κοστούμια. Μια ευθεία αναφορά (ίσως και απόδοση τιμής) για τη ταινία του Αγγελόπουλου Θίασος. Από κει και ύστερα την τραγωδία αφηγούνται οι πρωταγωνιστές ως θίασος μέσα σε θίασο. Όταν τις τελευταίες δεκαετίες κυριάρχησε η μετανεωτερικότητα και η απομάγευση του κόσμου, τόσο στη χώρα μας όσο και στο δυτικό κόσμο γενικότερα, εξαφάνισε και την αφήγηση. Κι όμως ήταν αυτή η αφήγηση η οποία ως όχημα για αιώνες, λειτουργούσε ως ιμάντας μετάδοσης του πολιτισμού, ως μέσο παίδευσης και εκπαίδευσης αλλά και θεραπευτικά μέσω της παραμυθίας. Οι διάφοροι εκσυγχρονιστές, επίδοξοι δημιουργοί του νέου ανθρώπου, απαξίωσαν τόσο αυτήν όσο και κάθε αναφορά στην παράδοση. Και μόνο πρόσφατα φιλόσοφοι, ψυχαναλυτές αλλά και πολιτικοί οραματιστές αναφέρονται όλο και πιο πολύ στην ανάγκη μιας νέας μεγάλης Αφήγησης, αναγνωρίζοντας ουσιαστικά τη λειτουργία της. Είναι γι’ αυτό που ο σκηνοθέτης αναφέρει: Εν πάση περιπτώσει, η Ιστορία έχει μόνο μια ελπίδα να ξανακερδηθεί στη συνείδηση όταν τα γεγονότα «μας πετάνε στα βράχια». Όταν μας συμμαζεύει για να αφηγηθεί τον εαυτό της. Η Ελπίδα δεν βρίσκεται στην Ιστορία, βρίσκεται στην Αφήγηση.
Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός δεν είναι κάποιος τυχαίος. Αρκετοί τον έχουν χαρακτηρίσει ως αιρετικό σκηνοθέτη ενίοτε και ως εστέτ. Οι παραστάσεις του εντάσσονται στο πειραματικό και σωματικό θέατρο. Αυτή ακριβώς τη φόρμα χρησιμοποιεί και εδώ. Παίρνει ένα αρχαίο κείμενο και δημιουργεί μια πρόταση για «Εμάς, της κάθε Τώρα εποχής». Στήνει μια συνομιλία ανάμεσα στο Τότε και στο Τώρα, εμπλουτίζοντας την παράσταση και το κείμενο με σύγχρονες αναφορές ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζουν αυτές της ιδιοπροσωπίας. Ο Ηρακλής που προτείνει είναι θύτης και θύμα μαζί μα πάνω απ’ όλα Έλληνας. Γι’ αυτό και οι αναφορές του : «Αν θέλετε να δείτε τη ζώνη των Αμαζόνων επισκεφτείτε το Μουσείο των Μυκηνών. Είναι ανοικτά κάθε μέρα. Τις Κυριακές, η είσοδος είναι ελεύθερη για τους Έλληνες. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ!»
Ο Χορός του είναι παρεμβατικός και δραστικός. Φέρνει στοιχεία από τους Αγανακτισμένους του Συντάγματος, πράγμα που φαίνεται έντονα στην αντιπαράθεσή του με τον τύραννο Λύκο. Ιδιαίτερης μνείας αξίζουν οι αναφορές του στην παράδοση όπως το λαϊκό πάλκο, οι δραματουργικοί σχολιασμοί για το ρεμπέτικο, η μνεία για τον Τσαρούχη. Υπενθυμίζει «Χάνουμε τους καλύτερους, χάνουμε τις ελπίδες μας, και πάμε». Το όλο μείγμα εντέλει είναι εκρηκτικό, διατηρώντας αμείωτο το ενδιαφέρον της συνομιλίας με το κοινό εκτός από ένα μικρό διάστημα προς το τέλος της παράστασης όπου δυστυχώς παρατηρείται μια κοιλιά, ίσως λόγω της μεγάλης διάρκειας , ίσως λόγω μιας σκηνοθετικής στέρευσης, ειδικά όταν εμφανίζονται η Ιρις και η Λύσσα. Όμως η γεύση μιας άκρως σημαντικής παράστασης παραμένει έντονη.
Από τους συντελεστές αξίζει να σταθούμε στην πολύ σημαντική και ολοκληρωμένη ερμηνεία του Μηνά Χατζησάββα (Αμφιτρύων) καθώς επίσης και στις ερμηνείες του Γιώργου Γάλλου (Λύκος) και Νίκου Καραθάνου (Ηρακλής), με τον δεύτερο να υστερεί στο τελευταίο μέρος του ρόλου του. Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (Μεγάρα) δεν κατόρθωσε να ξεχωρίσει εξαιτίας του ρόλου της ενώ δυστυχώς ο Θοδωρής Αθερίδης (Θησέας) βρισκόταν εκτός τόπου και χρόνου. Αξιοπρόσεκτες ερμηνείες προσέφερε ο Χορός με τους τέσσερις ηλικιωμένους να ξεχωρίζουν και ανάμεσά τους ο Γιάννης Βογιατζής.
Υ.Γ. Θύελλα συζητήσεων στα ιστολόγια ξεσήκωσε το επικριτικό κείμενο του Σταύρου Θεοδωράκη στο protagon.gr ο οποίος σε απόσπασμα συνέντευξης του Μαρμαρινού (όταν η συνθήκη – πολιτική, κοινωνία, ιστορικότητα- απαγορεύει ή δυσκολεύει τη μετατροπή, τότε μένει μόνο η καταστροφή ως εικόνα δημιουργίας) του επιτέθηκε λέγοντας ότι όταν κάποιος επιχορηγείται από το σύστημα δεν δικαιούται να το κατηγορεί. Προφανώς ο Σταύρος Θεοδωράκης εξ ιδίων κρίνει τα αλλότρια.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
ΗΡΑΚΛΗΣ ΜΑΙΝΟΜΕΝΟΣ του Ευριπίδη
Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας σε συνεργασία του Μιχαήλ Μαρμαρινού
Σκηνοθεσία: Μιχαήλ Μαρμαρινός
Σκηνικά: Ελένη Μανωλοπούλου
Κοστούμια: Κέννυ Μακ Λέλλαν
Επιμέλεια κίνησης-Χορογραφία: Κωνσταντίνος Ρήγος
Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός
Φωτισμοί: Thomas Walgrave
Βοηθός σκηνοθέτη: Μυρτώ Περβολαράκη
Β’ βοηθός σκηνοθέτη: Ξένια Θεμελή
Παίρνουν μέρος: Νίκος Καραθάνος ( Ηρακλής - Άγγελος, ) Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (Μεγάρα), Μηνάς Χατζησάββας (Αμφιτρύων), Θοδωρής Αθερίδης (Θησέας), Στεφανία Γουλιώτη (Ίρις), Θεοδώρα Τζήμου (Λύσσα), Γιώργος Γάλλος (Λύκος).
Χορός: Γιάννης Βογιατζής, Χάρης Τσιτσάκης, Γιώργος Μπινιάρης, Γιώργος Ζιόβας, Αργύρης Πανταζάρας, Γιάννης Παπαδόπουλος, Προκόπης Αγαθοκλέους, Αλέξανδρος Μαυρόπουλος, Κώστας Κοράκης, Kωνσταντίνος Ασπιώτης, Γιούλα Μπούνταλη, Δημήτρης Μακαλιάς, Ντένης Μακρής
Οι επόμενοι σταθμοί του «Ηρακλή μαινόμενου» είναι:
11/9 Ελευσίνα, Παλαιό Ελαιουργείο
14/9 Ηλιούπολη, Θέατρο Αλσους
16/9 Αιγάλεω, Θέατρο «Αλέξης Μινωτής»
18/9 Γαλάτσι, Αλσος Βεϊκου
22/9 Λάρισα, Κηποθέατρο Αλκαζάρ»
25/9 Νέα Σμύρνη, Αλσος Νέας Σμύρνης

Δεν υπάρχουν σχόλια: